Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2011

Ο πόλεμος για τα βιολογικά προϊόντα Οταν μια διαμάχη ξεσπά επάνω στο τραπέζι μας, τα πράγματα είναι σοβαρά. Τα προϊόντα οικολογικών καλλιεργειών είναι τελικώς πιο ασφαλή από τα συμβατικά; Είναι θρεπτικότερα; Χαρίζουν καλύτερη υγεία στους καταναλωτές τους;


 
Διαμάχες ξεσπούν πολλές κατά καιρούς σε όλον τον κόσμο, ένας από τους πολέμους όμως που μαίνεται τα τελευταία χρόνια και έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς μπορεί να κοστίσει πολλές ανθρώπινες ζωές, διεξάγεται σε ένα διαφορετικό πεδίο: στο... τραπέζι μας. Οι πρόσφατοι διατροφικοί «εφιάλτες», όπως οι διοξίνες ή η σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών, αλλά και το μέλλον της διατροφής μας που προδιαγράφεται... μεταλλαγμένο έφεραν στη ζωή μας τα βιολογικά προϊόντα, τα οποία σήμαναν για πολλούς επιστροφή στη διατροφική... αθωότητα καθώς συνδέονταν με απαλλαγή από οτιδήποτε χημικό και τοξικό. Οπως ήταν επόμενο όμως, η είσοδος στο «μενού» του αχανούς - και ενός από τους πιο προσοδοφόρους - τομέα της διατροφής ενός νέου «πιάτου» δημιούργησε καινούργιο πεδίο διαξιφισμών. Τα ερωτήματα πολλά: Τα βιολογικά προϊόντα είναι τελικώς πιο ασφαλή από τα συμβατικά; Είναι θρεπτικότερα; Χαρίζουν καλύτερη υγεία στους καταναλωτές τους; Οι απαντήσεις ακόμη ασαφείς, δεδομένου ότι χρειάζεται μεγάλο διάστημα ενδελεχών ερευνών προκειμένου να εξαχθούν τέτοια μακροπρόθεσμα συμπεράσματα. Ωστόσο οι προσπάθειες εκτίμησης της κατάστασης συνεχίζονται με βάση τουλάχιστον τα διαθέσιμα στοιχεία. Πρόσφατα η Διεύθυνση για την Ασφάλεια των Τροφίμων της Γαλλίας πραγματοποίησε την πρώτη μεγάλη επισκόπηση των στοιχείων που έχουν δημοσιευθεί σε παγκόσμιο επίπεδο σχετικά με το θέμα. Και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι... δεν μπορεί να καταλήξει σε συμπέρασμα. «Το Βήμα» παρουσιάζει σήμερα τα στοιχεία σχετικά με τα βιολογικά προϊόντα, τις απόψεις των οπαδών και των πολεμίων τους αλλά και την κατάσταση στη χώρα μας και δίνει συμβουλές σε όσους θέλουν να επιμένουν... βιολογικά. Σύμφωνα πάντως με τους έλληνες ειδικούς που γνωρίζουν το θέμα, σε καμία περίπτωση δεν θα έβλαπτε κάποιον την επόμενη φορά που θα στρώσει το τραπέζι του να το γεμίσει με βιολογικές λιχουδιές. Πόσο «καθαρό» μπορεί να είναι το πιάτο μας


Τον Οκτώβριο του 2001 και ενώ ως τότε οι έρευνες σχετικά με τα βιολογικά προϊόντα ήταν αποσπασματικές, οι αρμόδιες γαλλικές αρχές για τον έλεγχο των τροφίμων (Agence Francaise de Securite Sanitaire des Aliments, AFSSA) αποφάσισαν για πρώτη φορά να προχωρήσουν σε μια επισκόπηση όλων των διαθέσιμων στοιχείων των τελευταίων 20 ετών σε παγκόσμιο επίπεδο σχετικά με το ζήτημα. Το έργο αυτό, που χρειάστηκε περισσότερο από ενάμιση χρόνο για να ολοκληρωθεί, κατέληξε σε μια δημοσίευση 200 σελίδων η οποία αναφέρει ότι κανένα στοιχείο δεν επιτρέπει ακόμη ασφαλείς συγκρίσεις μεταξύ συμβατικών και βιολογικών προϊόντων.
Ιδού οι λόγοι: κατ' αρχάς οι ερευνητές της AFSSA «σκόνταψαν» στο εμπόδιο της εγκυρότητας των μελετών που έχουν διεξαχθεί επάνω στο θέμα. Δεν είναι τυχαίο ότι μια επισκόπηση των ερευνών που είχε γίνει από βρετανούς ανεξάρτητους ειδικούς το 2001 οδήγησε στον «αποκλεισμό» 77 από τις 99 μελέτες στις οποίες συγκρινόταν η διατροφική αξία των βιολογικών με αυτήν των συμβατικών προϊόντων. Και αυτό διότι στις έρευνες αυτές δεν είχε ληφθεί υπόψη το ιστορικό του εδάφους όπου γινόταν η βιολογική καλλιέργεια (προκειμένου να μπει στην κατηγορία «βιολογικό» χρειάζονται περί τα δύο ως τρία έτη υπομονής προτού αρχίσει η παραγωγή) ή ορισμένες πρακτικές δεν συνέπλεαν με τη λογική της βιολογικής καλλιέργειας. Κατά δεύτερον, δεν βρήκαν στοιχεία - αφού άλλωστε δεν υπάρχουν - σχετικά με την επίδραση των βιολογικών ή συμβατικών προϊόντων στην υγεία των καταναλωτών. Τα μόνα στοιχεία αφορούσαν τη σύγκριση σχετικά με την ποσότητα θρεπτικών συστατικών μεταξύ των προϊόντων. Ούτε όμως αυτές οι συγκρίσεις μπορούν να δώσουν ασφαλείς απαντήσεις αφού παράγοντες όπως η ποιότητα του εδάφους και οι καιρικές συνθήκες μπορούν να επηρεάσουν τη χημική σύσταση του προϊόντος.
Πάντως με βάση τα - έστω και ελλιπή - υπάρχοντα στοιχεία η έκθεση των γάλλων ειδικών καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «οι έστω και αδύναμες τάσεις που διαφαίνονται σχετικά με ορισμένα θρεπτικά συστατικά, τη χημική σύσταση και τη διατροφική αξία προϊόντων βιολογικής ή συμβατικής καλλιέργειας δείχνουν ότι δεν υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ τους».
H φυσική κατάσταση
Σε ό,τι αφορά όλα τα υπόλοιπα, σημαντικά ερωτήματα και η έρευνα αυτή κάνει ορισμένες επισημάνσεις που δημιουργούν γόνιμο έδαφος για διάλογο, ωστόσο δεν δίνει τις απαντήσεις. Για παράδειγμα, στο θέμα της υγείας των ατόμων που καταναλώνουν βιολογικά προϊόντα θέτει το - όντως εύλογο - ερώτημα αν μόνο η διατροφή τους είναι υπεύθυνη για την καλή φυσική τους κατάσταση. Οπως αναφέρεται, «έχει φανεί ότι οι καταναλωτές βιολογικών προϊόντων έχουν καλύτερη υγεία. Μήπως όμως αυτό συμβαίνει χάρη σε έναν πιο υγιεινό τρόπο ζωής που ακολουθούν γενικότερα - πιο ισορροπημένα γεύματα με λιγότερα λίπη, μικρότερη κατανάλωση κρέατος και έμφαση στο ψωμί ολικής αλέσεως, στα λαχανικά και στα φρέσκα φρούτα;».
Στο σημαντικό επίσης ζήτημα της γεύσης επισημαίνεται το γεγονός ότι πολλές φορές ο καταναλωτής που ξέρει πως έχει μπροστά του ένα πιστοποιημένο υγιεινό προϊόν, το οποίο πλήρωσε μάλιστα αδρά, ίσως να το βρίσκει και πιο γευστικό. Πάντως αρκετοί είναι οι ειδικοί οι οποίοι τονίζουν ότι στο θέμα της γεύσης υπάρχει «βιολογική» υπεροχή. Και εξηγούν ότι οι ορμόνες που χρησιμοποιούνται από τους συμβατικούς καλλιεργητές «αραιώνουν» τη γεύση και το άρωμα των φρούτων και των λαχανικών αφού αυξάνεται ο όγκος των προϊόντων τα οποία απορροφούν περισσότερο νερό. Σύμφωνα με έρευνες του υπουργείου Γεωργίας της Γερμανίας, τα συμβατικά προϊόντα περιέχουν 23% περισσότερο νερό από τα βιολογικά.
Αλλά και η μελέτη του «διατροφικού προφίλ» των δύο ομάδων προϊόντων από τους ειδικούς της AFSSA έδωσε αντιφατικά αποτελέσματα. Π.χ., στο θέμα της περιεκτικότητας σε πρωτεΐνες φάνηκε ότι υπερτερούν τα συμβατικά δημητριακά που έχουν καλλιεργηθεί με προσθήκη αζωτούχων λιπασμάτων. Ωστόσο σε ό,τι αφορά την περιεκτικότητα σε βασικά αμινοξέα η ζυγαριά έδειξε να κλίνει προς τη μεριά των βιολογικών. Υπέρ των βιολογικών και τα αποτελέσματα σχετικά με τα λιπίδια, αφού φάνηκε ότι περιείχαν περισσότερα πολυακόρεστα λιπαρά οξέα, που είναι γνωστοί «σύμμαχοι» της υγείας. Ασαφή τα δεδομένα σχετικά με την περιεκτικότητα σε μεταλλικά άλατα, αφού οι έρευνες που είχαν διεξαχθεί επάνω στο θέμα δεν είχαν σεβαστεί τα επιστημονικά πρωτόκολλα. Το ίδιο φάνηκε να ισχύει και με τα «φτωχά» στοιχεία σχετικά με τις βιταμίνες. Το πόρισμα του γαλλικού φορέα επισημαίνει πως τα διαθέσιμα αποτελέσματα δείχνουν ότι στην πλειονότητα των περιπτώσεων ο τρόπος της βιολογικής παραγωγής δεν φαίνεται να ενισχύει την περιεκτικότητα των λαχανικών σε βιταμίνες. Μόνο σε ό,τι αφορά τη βιολογική πατάτα είναι αδιαμφισβήτητο ότι είναι πιο πλούσια από τη συμβατική σε βιταμίνη C.
Οι «λεπτές» διαφορές
H επιστημονική βιβλιογραφία σχετικά με τα βιολογικά προϊόντα - με τις όποιες ελλείψεις της - αφορά κυρίως τα φρούτα και τα λαχανικά. Σχετικά με το γάλα, το κρέας ή τα αβγά τα στοιχεία ήταν ακόμη λιγότερα. Και οι συγκρίσεις στις οποίες προχώρησαν οι επιστήμονες της AFSSA έδειξαν πολύ «λεπτές» διαφορές. Π.χ., η σύσταση του γάλακτος φάνηκε ότι είναι διαφορετική ανάλογα με το είδος των αγελάδων που το παρήγαγαν. Οι μέθοδοι εκτροφής των ζώων μπορούν επίσης να αλλάξουν τα δεδομένα, ωστόσο οι επιστήμονες δεν κατέληξαν και σε αυτόν τον τομέα σε ασφαλή συμπεράσματα. Ιδια ήταν η εικόνα - που παραμένει τελικώς θολή - και για τα αβγά ή το κρέας.
Οι οπαδοί των βιολογικών προϊόντων σημειώνουν ότι, ακόμη και αν δεν έχει ακόμη διευκρινιστεί επιστημονικώς αν αυτά είναι τελικώς πιο θρεπτικά από τα συμβατικά, δεν μπορεί να είναι σε καμία περίπτωση λιγότερο ασφαλή αφού καλλιεργούνται χωρίς την προσθήκη χημικών ουσιών και τυποποιούνται χωρίς συντηρητικά.
Το σκεπτικό αυτό αντιστρέφουν οι πιο «άπιστοι» θέτοντας κυρίως ως επιχείρημα το ακόλουθο ερώτημα: Θα μπορούσε το βιολογικό προϊόν να επιβαρύνει τελικώς την υγεία εξαιτίας του ίδιου του τρόπου παραγωγής του, δηλαδή με τη χρήση ελάχιστων φυτοπροστατευτικών ουσιών; Και σε αυτό το σημείο η AFSSA απαντά με... ερωτήματα ζητώντας ενδελεχείς έρευνες. Σημειώνει στην έκθεσή της ότι, ακόμη και αν η βιολογική γεωργία απαγορεύει τη χρήση συνθετικών χημικών προϊόντων, δεν αποτελεί μια διαδικασία που γίνεται «σε γυάλα» αλλά στα υπάρχοντα ήδη βεβαρημένα από πολλούς μολυσματικούς παράγοντες εδάφη.
Ερώτημα γεννάται και σχετικά με την εκτροφή ζώων με βάση τη «βιολογική» φιλοσοφία, η οποία αντικαθιστά σε μεγάλο βαθμό τα φάρμακα με την έκθεση του ζώου στον «καθαρό αέρα». Σύμφωνα με την AFSSA, η εκτροφή στην ύπαιθρο αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης παρασίτων και αφήνει τα ζώα πιο «ευάλωτα» σε μολυσματικούς παράγοντες που βρίσκονται στο έδαφος ή προκύπτουν από την επαφή με άγρια άρρωστα ζώα. Οι συνέπειες από μερικούς από αυτούς τους μικροοργανισμούς μπορεί να είναι καταστροφικές για τον άνθρωπο. Για να θεραπεύσουν τα ζώα τους οι βιοεκτροφείς χρησιμοποιούν κυρίως φυτικά και ομοιοπαθητικά προϊόντα. Και στο σημείο αυτό η έκθεση επισημαίνει ότι ίσως κρύβεται ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους: οι περισσότερες «φυσικές» θεραπείες δεν έχουν αποτιμηθεί για την αποτελεσματικότητά τους. Δεν υπάρχουν, επισημαίνει, τοξικολογικές έρευνες που να μπορούν να μας διαβεβαιώσουν ότι το ζώο ή ο άνθρωπος δεν διατρέχει κίνδυνο από τέτοια προϊόντα. Και πρέπει γρήγορα να γίνουν. Οπως φαίνεται, ο δρόμος είναι ακόμη μακρός προκειμένου να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα για ένα τέτοιο θέμα, που αναμένεται να παραμείνει ανοιχτό για αρκετά ακόμη χρόνια.
Καλύτερη υγεία
Ο καθηγητής Προληπτικής Ιατρικής και Διατροφής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης κ. A. Καφάτος αναφέρει ότι όντως δεν υπάρχουν έρευνες που να αφορούν άτομα που έχουν κάνει μακροχρόνια χρήση βιολογικών προϊόντων ώστε να μπορούμε να εξαγάγουμε ασφαλή συμπεράσματα για την επίδρασή τους στην υγεία. Σημειώνει επίσης ότι ένας καταναλωτής που επιμένει βιολογικά ίσως έχει τελικώς καλύτερη υγεία επειδή όλες οι επιλογές στη ζωή του - συμπεριλαμβανομένης αυτής του διαιτολογίου που ακολουθεί - είναι προσεκτικές.
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το γεγονός ότι δεν έχουμε στα χέρια μας στοιχεία ερευνών συγκεκριμένα που να αποδεικνύουν ότι ο επιμένων... βιολογικά είναι ένας πιο υγιής άνθρωπος δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να ενισχύσουμε την προσπάθεια για βιολογικές καλλιέργειες, σύμφωνα με τον καθηγητή. «Δεν είναι ανάγκη να περιμένουμε 50 χρόνια ώστε να γίνουν έρευνες σε ανθρώπους για να αποδειχθεί ότι τα προϊόντα που δεν έχουν αναπτυχθεί με τη χρήση φυτοφαρμάκων είναι καλά. Δεν υπάρχει περιθώριο για πειράματα καθώς μιλούμε για ανθρώπινες ζωές».
Στο κρίσιμο ερώτημα «συμβατικό ή βιολογικό;» ο κ. Καφάτος ψηφίζει... το μέτρο. «Είμαι υπέρ των βιολογικών προϊόντων, υπέρ των εναλλακτικών λύσεων αντί για τη χρήση φυτοφαρμάκων. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η βιολογική καλλιέργεια έχει πολύ θετικά αποτελέσματα. Επιβάλλεται να αρχίσει άμεσα η ευρεία εφαρμογή βιολογικών καλλιεργειών».
Από την πλευρά του, ο κ. Σ. Ζαμπέτογλου του Οργανισμού Ελέγχου και Πιστοποίησης Βιολογικών Προϊόντων ΔΗΩ (ένας από τους τρεις τέτοιους εγκεκριμένους οργανισμούς στη χώρα μας - οι άλλοι δύο είναι η Βιοελλάς και η Φυσιολογική) σημειώνει: «Σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαμε να πούμε ότι οτιδήποτε είναι συμβατικό είναι και για πέταμα ή επίσης ότι κάθε βιολογικό προϊόν είναι και καλό σε ποιότητα. Απλώς όλοι υπολογίζουμε με τη λογική, καθώς δεν υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία ερευνών που να το αποδεικνύουν,ότι τα βιολογικά προϊόντα, εφόσον δεν είναι βεβαρημένα από οτιδήποτε χημικό, είναι καλά για την υγεία».
Τραπέζι με «πράσινη» βούλα
Οπως προαναφέρθηκε, οι Οργανισμοί Πιστοποίησης και Ελέγχου των Βιολογικών Προϊόντων στη χώρα μας είναι τρεις (ΔΗΩ, Βιοελλάς, Φυσιολογική). Ενα προϊόν για να ονομάζεται βιολογικό πρέπει κατ' αρχάς να είναι απαλλαγμένο από την οποιαδήποτε πρόσμειξη τοξικών δηλητηρίων, όπως ονομάζονται, από το χωράφι ως την τυποποίηση και τη διάθεσή του. Ολη αυτή η διαδικασία πρέπει να ελέγχεται από εγκεκριμένο φορέα, φορέα δηλαδή που να έχει λάβει την έγκριση από τις αρμόδιες εθνικές αρχές - στη χώρα μας το υπουργείο Γεωργίας - αλλά και από την Ευρωπαϊκή Ενωση. Για τον λόγο αυτόν υπάρχει το σύστημα EM45011, το οποίο είναι κάτι σαν το αντίστοιχο ISO για τους οργανισμούς αυτούς που διασφαλίζει την ποιότητα, την αξιοπιστία και τη διαφάνεια των ελέγχων που γίνονται. Αυτό σημαίνει ότι το προϊόν θα πρέπει να είναι συσκευασμένο, με το σήμα επάνω του οργανισμού που το ελέγχει, καθώς και το όνομα του παραγωγού και την περιοχή από την οποία προέρχεται.
Βιολογικά προϊόντα μπορούν επίσης να πωλούνται και χύμα από τον ίδιο τον παραγωγό, αλλά εκεί ο καταναλωτής πρέπει να επιδείξει ιδιαίτερη προσοχή. Πρέπει να ζητεί να του επιδειχθεί πιστοποιητικό που να αφορά το ίδιο το προϊόν και να μην έχει λήξει. «Πρέπει να προσέχει, ακόμη και αν του δείξει ο παραγωγός το πιστοποιητικό, ποια προϊόντα αφορά αυτό. Οχι γενικότητες, όπως ο τίτλος κηπευτικά. Οταν στον πάγκο του ο παραγωγός έχει διαφορετικών ειδών κηπευτικά, ο πελάτης πρέπει να ελέγξει σε ποια από αυτά αναφέρεται το πιστοποιητικό» συμβουλεύει ο κ. Σ. Ζαμπέτογλου της ΔΗΩ.
Πώς μπορεί όμως να προστατευθεί ο καταναλωτής από παραγωγούς που «βαφτίζουν» βιολογικά προϊόντα που δεν είναι; Οπως εξηγεί ο εκπρόσωπος της ΔΗΩ, «εμείς ως οργανισμός πιστοποίησης έχουμε ένα σύστημα ελέγχου για τους παραγωγούς που εντάσσονται σε εμάς. Από εκεί και πέρα πρέπει και ο ίδιος ο καταναλωτής να είναι προσεκτικός. Οταν βρεθεί μπροστά σε έναν πάγκο παραγωγού που αναφέρει ότι τα προϊόντα του είναι βιολογικά, θα πρέπει να του ζητήσει το πιστοποιητικό. Με την πρώτη συζήτηση που μαρτυρεί ότι κάτι συμβαίνει να φεύγει».
Σε κάθε περίπτωση, αν και ακόμη βρισκόμαστε ως καταναλωτές χαμηλά στην ευρωπαϊκή κλίμακα σε ό,τι αφορά τα βιολογικά προϊόντα, η τάση τα τελευταία χρόνια δημιουργεί αισιοδοξία. «Πριν από έξι-επτά χρόνια υπήρχαν τρία σημεία διάθεσης βιολογικών προϊόντων στην Αθήνα και σήμερα είναι δεκάδες». H αύξηση των σημείων διάθεσης αντικατοπτρίζει προφανώς και την αύξηση της ζήτησης. Τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι το 2002 οι Ελληνες ξόδεψαν 18,5 εκατ. ευρώ για προϊόντα βιολογικής καλλιέργειας, αριθμός που μεταφράζεται σε αύξηση της εγχώριας αγοράς βιολογικών τροφίμων κατά 19% σε σύγκριση με το 2001. Τι γίνεται στην Ελλάδα
Στη χώρα μας η βιολογική γεωργία μετρά εφέτος 10 χρόνια ζωής καθώς η πρώτη εφαρμογή του κανονισμού 2092/91 που αφορούσε το συγκεκριμένο θέμα έγινε το 1993. Τα πρώτα πιστοποιημένα ζωικά βιολογικά προϊόντα (συγκεκριμένα, αβγά) κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα πολύ αργότερα, λίγο πριν από τα Χριστούγεννα του 2000 - ο σχετικός ευρωπαϊκός κανονισμός (1804/99) είχε ψηφιστεί τον Ιούλιο του 1999. Πάντως το «τρώμε βιολογικά» μετατράπηκε σε μόδα μετά τα πρόσφατα διατροφικά σκάνδαλα σε ολόκληρη την Ευρώπη - όπως το θέμα των διοξινών το 1999 - αλλά κυρίως μετά τον «τρόμο και φόβο» των τρελών αγελάδων πριν από τρία χρόνια. Τότε πολλοί καταναλωτές και στη χώρα μας έγιναν νέοι «Κολόμβοι» που ανακάλυψαν έναν νέο... βιολογικό πλανήτη. Το θέμα έλαβε διαστάσεις «σχιζοφρένειας», με καταναλωτές να καταφεύγουν σε λαϊκές αγορές βιολογικών προϊόντων και να «κλείνουν» τα μαρούλια, τα μπρόκολα ή τις αγκινάρες, λες και ήταν... αυτοκίνητα! Ωστόσο, όπως συμβαίνει πάντα, μετά την κρίση ο άνθρωπος ξεχνά και τα βιολογικά προϊόντα συνεχίζουν σήμερα να καταναλώνονται από ορισμένους πιστούς, αν και φανερά λιγότερους σε σύγκριση με εκείνες τις εποχές της εξαναγκαστικής «στροφής» προς μια πιο υγιεινή διατροφή.
Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του Εθνικού Κέντρου Αγροτικών Ερευνών (ΕΘΙΑΓΕ) που διεξήχθη σε 1.612 άτομα από την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, την ηπειρωτική χώρα, την Κρήτη και την Εύβοια, μόνο το 8,4% των Ελλήνων αγοράζει βιολογικά προϊόντα και μάλιστα όχι σε καθημερινή βάση. Επτά στους δέκα Ελληνες γνωρίζουν μεν ότι τα βιολογικά προϊόντα υπάρχουν, έχουν όμως μαζί τους μια σχέση... εξ αποστάσεως. Συγχρόνως το 18,5% δηλώνει ότι δεν έχει καν ακούσει τον όρο βιολογικό! Σύμφωνα μάλιστα με την έρευνα, από αυτούς που... ψηφίζουν βιολογικά η πλειοψηφία γεμίζει το ψυγείο της μία φορά τον μήνα ή ακόμη σπανιότερα. Οι «φανατικοί» υποστηρικτές που προχωρούν σε αγορές τέτοιων προϊόντων συχνότερα από μία φορά την εβδομάδα δεν ξεπερνούν το 0,7%.
Ως προς τα «τοπ» στη λίστα προτιμήσεων των καταναλωτών βιολογικών προϊόντων η έρευνα δείχνει ότι την πρώτη θέση καταλαμβάνουν οι τομάτες, ενώ ακολουθούν τα υπόλοιπα λαχανικά και το λάδι. Τελευταία και... καταϊδρωμένα τα φρούτα. Οι βασικοί λόγοι που αναφέρουν οι ερωτώμενοι για την αγορά βιολογικών είναι ότι τα τρόφιμα αυτά είναι υγιεινά (94,8%), φιλικά προς το περιβάλλον (94,8%), ανώτερα ποιοτικά (93,8%) και γευστικότερα (86,9%) σε σύγκριση με τα συμβατικά. Από την πλευρά τους, οι καταναλωτές που δεν προτιμούν βιολογικά προϊόντα προβάλλουν ως κύριο λόγο τη δυσκολία που αντιμετωπίζουν να τα βρουν, ενώ το 40% αναφέρει επίσης το απαγορευτικό κόστος. Ενα ποσοστό της τάξεως του 29% δηλώνει ευχαριστημένο από τα συμβατικά, γεγονός που δεν του δημιουργεί ανάγκη να καταναλώσει βιολογικά προϊόντα.
Υπολογίζεται ότι οι τιμές των βιολογικών προϊόντων είναι κατά τουλάχιστον 20%-100% υψηλότερες σε σύγκριση με αυτές των συμβατικών σε ό,τι αφορά τα είδη φυτικής παραγωγής, ενώ στα προϊόντα ζωικής παραγωγής η διαφορά της τιμής μπορεί να φθάσει ως και το 300%! Οι «τσιμπημένες» τιμές οφείλονται κυρίως στα προβλήματα διανομής και στις αυξημένες ώρες εργασίας που απαιτούνται για την καλλιέργειά τους (π.χ., απομάκρυνση των ζιζανίων με το χέρι).
Σε ό,τι αφορά τις βιολογικά καλλιεργούμενες εκτάσεις τα τελευταία στοιχεία της μελέτης της εταιρείας οικονομικών πληροφοριών ICAP για το 2002 δείχνουν ανοδικές τάσεις κατά την τελευταία τριετία. Συγκεκριμένα, ενώ το 1999 το ποσοστό βιολογικά καλλιεργούμενης έκτασης ανήλθε στο 0,63% της συνολικά καλλιεργούμενης έκτασης στη χώρα μας, το 2002 ανήλθε στο 0,9%, σύμφωνα με το υπουργείο Γεωργίας (292.557 στρέμματα). Ωστόσο σε σχέση με το 2001 οι αριθμοί βιολογικά καλλιεργούμενων εκτάσεων δείχνουν μια μικρή πτώση στην Ελλάδα (το 2001 τα στρέμματα ανήλθαν σε 311.182). Στόχος του υπουργείου Γεωργίας είναι ως το 2006 το σύνολο των καλλιεργούμενων στρεμμάτων με τη μέθοδο της βιολογικής καλλιέργειας να ξεπεράσουν τα 453.000 στρέμματα. Πάντως, παρά τις προσπάθειες, στον «βιολογικό» χάρτη της EE η Ελλάδα συνεχίζει να κρατά μία από τις χαμηλότερες θέσεις μαζί με την Ιρλανδία, το Βέλγιο και το Λουξεμβούργο.
http://www.tovima.gr   Τσώλη, Θεοδώρα
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...