Σάββατο, 8 Σεπτεμβρίου 2012

Η χημική επιβάρυνση του σώματος


Ποιά είναι η χημική επιβάρυνση του σώματος;Τοξικά χημικά συχνά εισέρχονται στο ανθρώπινο σώμα. Μπορεί να τα εισπνεύσουμε, να τα καταπιούμε απο μολυσμένη τροφή ή νερό, ή ενίοτε να τα απορροφήσουμε μέσω του δέρματος. Μια έγκυος μπορεί να τα μεταφέρει στο αναπτυσσόμενο έμβρυο μέσω του πλακούντα.
Μερικά χημικά ή τα παράγωγά τους “στεγάζονται” στο σώμα για μικρό χρονικό διάστημα ώσπου ν΄ αποβληθούν, αλλά η συνεχής έκθεση σε τέτοια χημικά μπορεί να δημιουργήσει μια “συνεχόμενη” επιβάρυνση του σώματος. Το αρσενικό, για παράδειγμα, συνήθως αποβάλεται μέσα σε 72 ώρες από την έκθεση. Άλλα χημικά, ωστόσο, δεν αποβάλονται εύκολα και μπορούν να παραμείνουν για χρόνια στο αίμα, στον λιπώδη ιστό (λίπος), στο σπέρμα, στους μύς, στα κόκκαλα, στον εγκεφαλικό ιστό, ή σε άλλα όργανα. Τα χλωριωμένα παρασιτοκτόνα όπως τα DDT, μπορούν να παραμείνουν στο σώμα για 50 χρόνια. Από τα περίπου 800.000 χημικά που χρησιμοποιούνται (και) στην Αμερική, δεν γνωρίζουμε πόσα μπορούν να επιβαρύνουν το σώμα, αλλά γνωρίζουμε ότι αρκετές εκατοντάδες απ΄ αυτά έχουν μετρηθεί στα ανθρώπινα σώματα ανά τον κόσμο.

Κουβαλούν όλοι οι άνθρωποι αυτά τα χημικά στο σώμα τους; 
Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι οποιοσδήποτε εν ζωή σήμερα κουβαλά μέσα στο σώμα του τουλάχιστον 700 μολυσματικές ουσίες, οι περισσότερες από τις οποίες δεν έχουν μελετηθεί επαρκώς. Αυτό είναι αλήθεια είτε ζούμε σε μια αγροτική, απομονωμένη περιοχή, στην μέση μιας μεγάλης πόλης, ή κοντά σε εκβιομηχανισμένη περιοχή. Επειδή πολλά χημικά έχουν την ικανότητα να προσκολλούνται σε μόρια σκόνης ή ν΄ απορροφούνται από τον αέρα και τα τρεχούμενα νερά και να ταξιδεύουν μακριά απ΄ όπου παράχθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν, η υδρόγειος κάνει μπάνιο σε μια χημική σούπα. Το σώμα δεν έχει εναλλακτική λύση απ΄το ν΄απορροφήσει αυτά τα χημικά και ενίοτε να τα αποθηκέψει για μεγάλες χρονικές περιόδους.
Μερικά από τα χημικά που εναποθηκεύονται στο σώμα είναι παρασιτοκτόνα, και μερικά χρησιμοποιούνται ή παράγονται από άλλες μορφές της βιομηχανικής παραγωγής. Πολλά έχουν βρεθεί σε μια ποικιλία από καταναλωτικά προϊόντα. Μερικά χημικά όπως οι διοξίνες και τα φουράνια δημιουργούνται αθέλητα από τις βιομηχανικές μεθόδους που χρησιμοποιούν χλώριο και από την βιομηχανική αποτέφρωση ορισμένων πλαστικών.
Πώς έγινε αυτό; Πώς βρεθήκαμε εκτεθειμένοι; 
Οι άνθρωποι εκτείθονται στα χημικά μέσω της τροφής που τρώνε, του αέρα που αναπνεύουν, και του νερού που πίνουν και λούζονται. Τα χημικά συχνά επικαλύπτουν την επιφάνεια των μορίων της σκόνης που αγγίζουμε ή εισπνεύουμε. Η μολυσματική σκόνη είναι ιδιαίτερα σημαντική μορφή έκθεσης για τα παιδιά που συνέχεια βάζουν τα χέρια τους στο στόμα. Είμαστε επίσης εκτεθειμένοι σε εκατοντάδες χημικά από καθημερινά προϊόντα που χρησιμοποιούμε. Μπογιές και βερνίκια, βενζίνη, κόλλες, καλλυντικά, ρούχα που καθαρίζονται με στεγνό καθάρισμα με διαλυτικές ουσίες, πλαστικά σκεύη τροφής, και φυτοφάρμακα του σπιτιού και του κήπου είναι μόνο μερικά παραδείγματα. Το χημικό τοπίο που δημιουργήθηκε ως αποτέλεσμα της εντατικής και συνεχής χημικής χρήσης στην διάρκεια του 20ου αιώνα είναι γεγονός. Επειδή τα χημικά που έχουν βρεθεί στα σώματά μας δεν έχουν ετικέτα επιστροφής, είναι δύσκολο να αναγνωρίσουμε από πού προέρχονται.
Για παράδειγμα, η διοξίνη που βρίσκεται στο σώμα μας βρίσκεται εκεί από μολυσματικές τροφές. Ωστόσο, μπορεί να έχει προέλθει από αποτεφρωτήρα σκουπιδιών ενός νοσοκομείου ή μπορεί να έχει δημιουργηθεί από ένα μακρινό, βασισμένο στο χλώριο, εργοστάσιο βιομηχανίας χαρτιού, εγκατεστημένο χιλιάδες μίλια μακριά από τον τόπο που ζούμε. Οποιαδήποτε κι αν είναι η πηγή, σε κάποιο σημείο εισέρχεται στην τροφική αλυσίδα και βρίσκει τον δρόμο της στο φαγητό που τρώμε. Παρομοίως, ένα παρασιτοκτόνο βρισκόμενο στο σώμα μπορεί να έχει προέλθει από έναν παρασιτοκτινικό ψεκασμό του τοπικού σχολείου, από τον κήπο ή την κουζίνα μας, ή μπορεί να έχει φτάσει από τα τρόφιμα που ψεκάζουν με παρασιτοκτόνα από άλλες χώρες. Η προέλευσή τους θα ήταν δύσκολο να εντοπιστεί.
Άλλη μια πηγή έκθεσης είναι από την χημική επιβάρυνση του σώματος της μητέρας μας. Στην διάρκεια της εγκυμοσύνης, τα χημικά που έχουν εναποθηκευτεί στο σώμα της γυναίκας έχουν την ικανότητα να διασταυρώνονται με τον πλακούντα όπου μπορούν να προκαλέσουν ζημιά. Μερικά χημικά από το σώμα της μητέρας μπορούν επίσης να κινητοποιηθούν και να μεταφερθούν στο στήθος όπως αυτή παράγει μητρικό γάλα. Αυτά τα χημικά κατά συνέπεια μεταφέρονται στο μωρό κατά την διάρκεια του ταΐσματος. Το μητρικό γάλα παραμένει η καλύτερη τροφή για τα μωρά, όπως πρόσφατες μελέτες δείχνουν, λόγω των ανοσολογικών, θρεπτικών και ψυχολογικών πλεονεκτημάτων. Το γεγονός ότι τα βιομηχανικά χημικά έχουν μολύνει το μητρικό γάλα είναι τραγικό. Ειρωνικώς, η θρέψη από το μητρικό γάλα φαίνεται να αντισταθμίζει κάποια από την ζημιά που δημιουργείται από τις μολύνσεις στην διάρκεια της εμβρυϊκής ανάπτυξης. Κάποια από τα χημικά που δεχόμαστε από την μητέρα μας από την μήτρα και το μητρικό γάλα παραμένει σε μας για χρόνια, μια ακούσια κληρονομιά που η μητέρα μας περνάει σε μας όπως η χημική επιβάρυνση του σώματός της γίνετε δική μας.

Ποιές είναι οι αποδείξεις για την χημική επιβάρυνση του σώματος; Πόσο καιρό γνωρίζουμε αυτό το πρόβλημα;
Είναι γνωστό αιώνες τώρα ότι τα χημικά εισέρχονται στο σώμα και προκαλούν επενέργειες στην υγεία. Από τα μισά του 20ου αιώνα, οι επιστήμονες ήταν ικανοί να εντοπίζουν και να μετρούν τα χημικά στα ζώα και στους ανθρώπους και μερικές φορές να συνδέουν αυτά τα χημικά με τα επακόλουθα της υγείας. Για παράδειγμα, το 1944 ερευνητές βρήκαν παράγωγα του DDT σε ανθρώπινο λίπος, και στις αρχές του ΄50, φυσιογνώστες σωστά διαπίστωσαν ότι το DDT ήταν άμεσα υπεύθυνο για την λέπτυνση των τσοφλιών και την βαθμιαία παρακμή του πληθυσμού των αετών και άλλων πουλιών. Για την ακρίβεια, τον ίδιο περίπου καιρό, το DDT εντοπίστηκε στους Ανταρκτικούς πιγκουΐνους που ζουν σε εξαιρετικά μεγάλη απόσταση απ’ όπου το DDT χρησιμοποιήθηκε.
Από τότε, οι αναλυτικές τεχνικές έχουν βελτιωθεί και πολλά άλλα χημικά έχουν εντοπιστεί σε ανθρώπινους και ζωϊκούς ιστούς. Για δεκαετίες, δοκιμές για κάποια συστατικά που συνθέτουν την ολική χημική επιβάρυνση του σώματος έχουν διεξαχθεί από κυβερνητικές υπηρεσίες σ’ όλον τον κόσμο. Αυτές οι εκατοντάδες των μελετών περιλαμβάνουν αναλύσεις λιπώδους ιστού, μητρικού γάλακτος, σπέρματος, αίματος ή ούρων για χημικό περιεχόμενο, που τεκμηριώνουν την ποσότητα και τα είδη των χημικών που βρέθηκαν.


Ποιές είναι οι συνέπειες για την υγεία από την χημική επιβάρυνση του σώματος; 
Τα χημικά έχουν διαφορετικές συνέπειες στους ανθρώπους ή στα ζώα, αναλόγως την ποσότητα, την χρονική στιγμή, την διάρκεια και την μορφή της έκθεσης, όπως και των ιδιοτήτων του συγκεκριμένου χημικού. Τα χημικά μπορούν να έχουν τοξικές συνέπειες μέσω μιας ποικιλίας μηχανισμών.
Για παράδειγμα, μερικές φορές κάποιο χημικό προσβάλλει και καταστρέφει κύτταρα ή ιστούς του σώματος. Μερικά χημικά προσβάλλουν το γενετικό υλικό στον πυρήνα ενός κυττάρου προκαλώντας ζημιά κατευθείαν στο DNA, το οποίο μπορεί να προκαλέσει ένα κληρονομήσιμο ελάττωμα που περνάει και στην επόμενη γενιά. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε γενετικές μεταλλαγές, που μπορεί να βάλει σε κίνηση μια ακολουθία γεγονότων, καταλήγοντας σε καρκίνο, γενετικά ελαττώματα, αναπτυξιακές ή αναπαραγωγικές δυσλειτουργείες. Τα χημικά που προκαλούν καρκίνο ονομάζονται καρκινογενή. Τα χημικά που προκαλούν γενετικά ελαττώματα ονομάζονται τερατογενή. Τα χημικά που καταστρέφουν την φυσιολογική ανάπτυξη ενός εμβρύου, ενός νηπίου, ή ενός παιδιού, ή καταστρέφουν τους αναπαραγωγικούς μας ιστούς ονομάζονται αναπτυξιακά/αναπαραγωγικά τοξικά. Μερικά χημικά μπορούν να προκαλέσουν ζημιά μέσω της ικανότητάς τους να παρεμβαίνουν στην φυσιολογική ορμονική λειτουργεία. Αυτά ονομάζονται ενδοκρινικοί διαταρακτές.
Μέσω αυτών των ποικίλων μηχανισμών, τα τοξικά χημικά μπορούν να προκαλέσουν μια μεγάλη λίστα προβλημάτων υγείας. Περιλαμβάνουν, για παράδειγμα, άμεση ζημιά στους πνεύμονες, στο συκώτι, στα νεφρά, στα κόκκαλα, στο αίμα, στον εγκέφαλο και σε άλλα νεύρα, και στο αναπαραγωγικό σύστημα. Υπάρχουν εκατοντάδες δυσμενής συνέπειες της υγείας που μπορούν να προκύψουν από έκθεση στα χημικά ή στα μέταλλα. Αυτές οι πιθανές συνέπειες περιλαμβάνουν καρκίνο, υψηλή πίεση, άσθμα, έλλειψη προσοχής, μνήμης, μάθησης, ασθένειες τύπου πάρκινσον, στειρότητα, μείωση παραγωγής γάλακτος, ενδομητρίαση, γεννητική δυσπλασία, περιφερειακή καταστροφή νεύρων και δυσλειτουργικό ανοσοποιητικό σύστημα. Για παράδειγμα, η διοξίνη είναι καρκινογενής και η εμβρυϊκή έκθεση στην διοξίνη παρεμβαίνει στην φυσιολογική ανάπτυξη, περιλαμβάνοντας το ανοσοποιητικό σύστημα. Η εμβρυϊκή έκθεση στα πολυχλωριωμένα διφαινύλια (PCBs) σχετίζεται με προβλήματα συμπεριφοράς και μάθησης. Η έκθεση σε DDT σχετίζεται με την ανικανότητα των γυναικών να παράγουν επαρκές μητρικό γάλα. Η εμβρυϊκή έκθεση στον υδράργυρο προκαλεί προβλήματα προσοχής, μνήμης και μάθησης αργότερα στην ζωή. Η εγκεφαλική ανάπτυξη επίσης ζημιώνεται στα έμβρυα και νήπια που εκτείθονται στον μόλυβδο.
Υπάρχουν ειδικές συνέπειες υγείας για τα παιδιά; 
Οι αναπτυσσόμενοι ή ανώριμοι ιστοί είναι πολύ περισσότερο ευάλωτοι σε χημικές εκθέσεις από τους ανεπτυγμένους ιστούς. Η ανάπτυξη είναι μια χρονική περίοδος ιδιαίτερης τρωτότητας. Είναι μια περίοδος πολύ γρήγορης εναλλαγής και διάκρισης των κυττάρων - το τελευταίο είναι μια απίστευτα περίπλοκη και ευάλωτη διαδικασία. Αυτό σημαίνει ότι το αναπτυσσόμενο έμβρυο, νήπιο, ή παιδί μπορεί να υποφέρει βλαβερές επιδράσεις από σχετικά μικρή ποσότητα έκθεσης οι οποίες δεν έχουν μετρήσιμες επιδράσεις στους ενήλικους. Έτσι, για παράδειγμα, οι εμβρυϊκές εκθέσεις σε χημικά σε ποσότητες που είναι ασφαλείς για τους ενήλικους μπορεί να καταλήξει σε γενετικά ελαττώματα ή ανώμαλη εγκεφαλική ανάπτυξη. Γι’ αυτόν τον λόγο, δεν είναι μόνον η ποσότητα της έκθεσης που είναι σημαντική, αλλά και η χρονική στιγμή της έκθεσης. Δυστυχώς, μόνο λίγα από τα χημικά στα οποία εκτειθόμαστε τακτικά έχουν αναλυθεί επαρκώς για την πλήρη κατανόηση όσον αφορά το αν ή όχι μπορούν να προκαλέσουν ζημιά σε ένα έμβρυο ή νήπιο.
Οι ορμόνες παίζουν εξαιρετικά σημαντικό ρόλο καθώς βοηθούν στο να κατευθύνουν την ανάπτυξη του εμβρύου, νηπίου ή παιδιού. Φυσικά, οι ορμόνες είναι επίσης σημαντικές στους ενήλικους, καθώς είναι κρίσιμες για την φυσιολογική λειτουργία πολλών σωματικών συστημάτων. Αυτό που είναι καταπληκτικό σχετικά με τις ορμόνες είναι ότι είναι παρούσες και ενεργές μόνο σε μικρές ποσότητες, ωστόσο, αυτές οι μικρές ποσότητες παράγουν μείζονα αποτελέσματα. Περισσότερο σημαντικό, η έκθεση σ΄ έναν ενδοκρινή διασπαστή σ΄ ένα χαμηλό επίπεδο κατά μια κρίσιμη χρονική περίοδο της ανάπτυξης μπορεί να έχει ισόβιες επιδράσεις. Για παράδειγμα, το αναπτυσσόμενο έμβρυο μπορεί να παρερμηνεύσει ένα ξένο χημικό για μια ορμόνη, και αυτό μπορεί, διαδοχικά, να προκαλέσει ένα λανθασμένο “σήμα” που θα σταλεί στους αναπτυσσόμενους ιστούς. Αυτά τα πρόωρα λάθη μπορούν να προκαλέσουν μόνιμη ζημιά στο αναπτυσσόμενο ανοσοποιητικό του μωρού, στο αναπαραγωγικό ή το νευρικό του σύστημα. Οι περισσότερες από τις αποδεδειγμένες μαρτυρίες της σημαντικότητας των ενδοκρινών διασπαστών προέρχεται από μελέτες των ζώων, αλλά πρόσφατα, αποδείξεις για επιδράσεις στους ανθρώπους έχουν επίσης φανεί.
Μπορούν οι συνδέσεις ανάμεσα στην χημική επιβάρυνση του σώματος και την ασθένεια ν΄ αποδειχθούν;
Από τα περισσότερα από τα 80,000 χημικά στο εμπόριο, μόνο ένα μικρό ποσοστό αυτών έχουν ελεγχθεί για έστω και μία πιθανή παρενέργεια της υγείας, όπως καρκίνο, αναπαραγωγική τοξικότητα, αναπτυξιακή τοξικότητα, ή επιδράσεις στο ανοσοποιητικό σύστημα. Μεταξύ των περίπου 15,000 ελεγμένων, λίγα έχουν μελετηθεί αρκετά για να αξιολογηθούν σωστά οι πιθανοί κίνδυνοι από την έκθεση. Ακόμα κι όταν ο έλεγχος έχει γίνει, κάθε χημικό ελέγχεται ατομικά παρά με τους συνδυασμούς που κάποιο εκτείθεται στον αληθινό κόσμο. Στην πραγματικότητα, κανένας ποτέ δεν έχει εκτεθεί σ΄ ένα μόνο χημικό, αλλά σε μια χημική σούπα, τα συστατικά της οποίας μπορούν να αλληλεπιδρούν και να προκαλούν απρόβλεπτες παρενέργειες για την υγεία.
Η ποσότητα των δεδομένων για την χημική επιβάρυνση του σώματος διαθέσιμων στην Αμερική και στον κόσμο είναι εξαιρετικά περιορισμένη, ειδικά συγκρινόμενη με τα ογκώδη στοιχεία που υπάρχουν για τα χημικά επίπεδα στον αέρα, στο νερό, στο χώμα, στην τροφή και στο ζωικό βασίλειο. Τα πιο ευρέως γνωστά δεδομένα που έχουμε για την χημική επιβάρυνση του σώματος καλύπτει μόνο έναν περιορισμένο αριθμό χημικών.
Αναφορικά με τα χημικά που έχουν μετρηθεί, υπάρχουν καλά νέα και άσχημα νέα. Τα καλά νέα είναι ότι σε αρκετές περιπτώσεις, οι παρεμβάσεις του κοινού έχουν καταλήξει σε θεμελιώδεις αποτροπές, στην μείωση της έκθεσης του κοινού, και στην μείωση της χημικής επιβάρυνσης του σώματος. Για παράδειγμα, η αφαίρεση του μολύβδου από την βενζίνη και η εξάλειψή του από τις περισσότερες μορφές των βαφών έχει καταλήξει σε μια αξιοπρόσεκτη παρακμή στην επιβάρυνση μολύβδου του γενικού πληθυσμού στην Αμερική. Από την στιγμή που ο μόλυβδος προκαλεί μείωση του IQ σε εκτεθειμένα παιδιά, αυτή η μείωση στην χημική επιβάρυνση του σώματος είναι ένα αισιόδοξο σημάδι.
Τα άσχημα νέα είναι ότι υπάρχουν ακόμη ομάδες παιδιών που παραμένουν σε σημαντικό κίνδυνο από βλάβη της εγκεφαλικής λειτουργίας λόγω υψηλών επιπέδων μολύβδου. Πολλά απ΄ αυτά ζούν σε αστικό περιβάλλον όπου εκτείθονται στον μόλυβδο από πολυάριθμες πηγές, περιλαμβάνοντας μολυβδούχες μπογιές στα σπίτια, παλιά βιομηχανικά κτίρια και μολυσμένο έδαφος. Όσον αφορά τα PCBs τα τωρινά σκηνικά επίπεδα προκαλούν νευροαναπτυξιακές ελλείψεις στα παιδιά. Όσον αφορά την διοξίνη, τα πειράματα σε ζώα δείχνουν δυσμενή αποτελέσματα.
Η μελέτη για την αξιολόγηση και τις αιτίες της ασθένειας στους ανθρώπους ονομάζεται επιδημιολογία, η μελέτη των μοτίβων της ασθένειας μεταξύ ομάδων ανθρώπων. Επειδή η επιδημιολογία είναι αμβλύνον εργαλείο, δεν θα είναι σχεδόν ποτέ ικανό να μας πει αν ένα συγκεκριμένο χημκό προκαλεί μια συγκεκριμένη ανθρώπινη ασθένεια. Από την στιγμή που συντονίζουν, και ως εκ τούτου μειώνουν τις ποσότητες των εκθέσεων, οι επιδημιολογικές μελέτες σχεδόν ποτέ δεν θα καταφέρουν να πετύχουν την προσκόμηση θεμελιώδους πρόληψης - η μείωση των ανθρώπινων εκθέσων με τα περιβαλλοντικά χημικά - επειδή η επιδημιολογία δεν μπορεί να αναγνωρίσει το συγκεκριμένο χημικό που προκαλεί την ασθένεια.
Έτσι, οριστική απόδειξη για μια σύνδεση ανάμεσα σε μια συγκεκριμένη ασθένεια κι ένα συγκεκριμένο χημικό είναι σχεδόν πάντα ελλιπής. Εκτός αυτού, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε δεδομένα από το εργαστήριο και από τις ζωικές μελέτες για να φτιάξουμε χρήσιμες προβλέψεις σχετικά με την ανθρώπινη υγεία, και αυτές οι προβλέψεις συνήθως αποδεικνύονται από τωρινές στατιστικές σχετικά με γενετικά ελαττώματα, στειρότητα, αναπτυξιακές καθυστερήσεις και αυξανόμενα ποσοστά ειδών καρκίνου.
Πώς μπορώ να βγάλω αυτά τα χημικά από το σώμα; 
Αυτόν τον καιρό δεν υπάρχει κάποια γενική συμφωνία σχετικά με χρήσιμες ή ασφαλείς μεθόδους για την μείωση της χημικής επιβάρυνσης του σώματος. Η καλύτερη τεχνική είναι η μακροπρόθεσμη πρόληψη. Η μόλυνση των μελλοντικών γενεών από τα τοξικά χημικά μπορεί να εμποδιστεί δουλεύοντας μαζί για: 1. να σταματήσουμε τα περισσότερο επικίνδυνα χημικά που συσσωρεύονται για πολλά χρόνια στο σώμα, 2. να αναπτύξουμε εναλλακτικές παραγωγικές μεθόδους που δεν χρησιμοποιούν τοξικά υλικά, και 3. να διαβεβαιώσουμε ότι οι κοινωνίες, οι κρατικές κυβερνήσεις και οι διεθνείς οργανώσεις έχουν προληπτική προσέγγιση όσον αφορά τα χημικά που ελευθερώνονται στον αέρα, στο νερό και στο έδαφος.
Κάποιες αλλαγές στον τρόπο ζωής μας μπορούν να εμποδίσουν κάποιες εκθέσεις. Πρόσφατες μελέτες για την χημική επιβάρυνση του σώματος στην Ουάσινγκτον έχουν βρεί ότι τα παιδιά που τρώνε οργανικές τροφές και δεν εκτείθονται σε επικίνδυνα χημικά στο σπίτι τους μείωσαν σημαντικά την χημική τους επιβάρυνση.
Κάποιες περιορισμένες μελέτες δείχνουν ότι κάποια χημικά που εναποθηκεύονται στο λίπος μπορούν να μειωθούν από έναν συνδυασμό ειδικής δίαιτας, σωματικής άσκησης και σάουνας. Αλλά αυτά τα δεδομένα είναι πολύ περιορισμένα και προκαταρκτικά.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...