Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2011

Zιζάνια ανθεκτικά στα ζιζανιοκτόνα


 
Εντοπίζονται περισσότερο στα χειμερινά σιτηρά της Κεντρικής Μακεδονίας και στον νομό Θεσσαλίας

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ. Τα ελληνικά χωράφια και τα ελληνικά νοσοκομεία έχουν κάτι «κοινό». Στα νοσοκομεία η υπερβολική χρήση αντιβιοτικών έχει ως αποτέλεσμα την ανθεκτικότητα των μικροβίων.
Στις εκτεταμένες καλλιέργειες τα ζιζάνια αποδεικνύονται έπειτα από τέσσερις δεκαετίες εφαρμογής ψεκασμών, ιδιαίτερα ανθεκτικά στα ζιζανιοκτόνα.
Το φαινόμενο της αντοχής των ζιζανίων στα σκευάσματα που ώς χθες τα κατέστρεφαν δεν είναι αμιγώς ελληνικό. Το ίδιο πρόβλημα έχει εμφανιστεί σε όλες τις χώρες με μεγάλες ανοιχτές καλλιέργειες και στην Ελλάδα ίσως είναι, συγκριτικά, μικρότερο. «Είναι όμως σημαντικό και απαιτεί αντιμετώπιση, λένε οι ειδικοί επιστήμονες. Οι αναφορές των αγροτών στη Γεωπονική Σχολή του ΑΠΘ άρχισαν να πληθαίνουν τα τελευταία χρόνια και ο καθηγητής Ζιζανιολογίας κ. Ηλίας Ελευθεροχωρινός με την ομάδα του δημιούργησαν ένα δίκτυο συλλογής πληροφοριών από 154 σημεία σε Θεσσαλία, Δυτική και Κεντρική Μακεδονία.
Παπαρούνα, αγριοβρώμη, ήρα, λουβουδιά βέλιουρας, αγριάδα, κολλιτσίδα, γλιστρίδα, διαβολόχορτο, βρούβα και άλλα ζιζάνια σε μεγάλες καλλιέργειες δημητριακών, στις καλλιέργειες ρυζιού αλλά και σε μικρότερες αλλά προσοδοφόρες καλλιέργειες τέθηκαν στο μικροσκόπιο ακόμα και σε αναλύσεις DNA για να διαπιστωθεί η ανθεκτικότητά τους. Από τα 154 σημεία τα 80 εμφάνισαν ανθεκτικότητα σε ένα ή δύο ζιζανιοκτόνα. «Δεν πρόκειται πάντως για μείωση της δραστικότητας των φαρμάκων, αλλά για μετάλλαξη ανθεκτικότητας των ζιζανίων και επιλογή της Φύσης» ανέφερε ο κ. Ελευθεροχωρινός. Ενα ζιζανιοκτόνο καταφέρνει να καταπολεμά έναν βιότυπο, αλλά ένας άλλος βιότυπος του ίδιου ζιζανίου αποδεικνύεται ανθεκτικός και τελικά αυτός είναι που επικρατεί, καθώς το ζιζανιοκτόνο δεν κατορθώνει να μπει στον κύκλο λειτουργίας του φυτού για να το καταστρέψει.
«Η συνεχής χρήση ενός ζιζανιοκτόνου, όπως κι ενός ανθρωπίνου φαρμάκου, πολύ γρήγορα δημιουργεί ανθεκτικότητα» τονίζει ο κ. Ελευθεροχωρινός. Τα ευαίσθητα καταστρέφονται και μένουν τα ισχυρά, που στη συνέχεια πολλαπλασιάζονται και δεν επηρεάζονται. Οι γεωργοί μπορεί να ψεκάσουν με τετραπλάσια δόση του συνιστώμενου ζιζανιοκτόνου και το ζιζάνιο να μην επηρεαστεί ούτε κατ' ελάχιστο!

Το φαινόμενο της ανθεκτικότητας εντοπίζεται περισσότερο στα χειμερινά σιτηρά της Κ. Μακεδονίας (νομοί Σερρών, Πιερίας, Χαλκιδικής, η περιοχή Ζαγκλιβερίου Θεσσαλονίκης) και στον νομό Λάρισας. Αγριοβρώμη, ήρα, παπαρούνα θεωρούνται πλέον τα πιο ανθεκτικά. Στη χώρα μας έχουν καταγραφεί 45 ζιζάνια και περίπου 20 απ' αυτά ξεχωρίζουν για τη συχνότητά τους. Για το 90-95% των ζιζανίων υπάρχουν ζιζανιοκτόνα, αλλά όχι για όλες τις καλλιέργειες.
Λύσεις για την αντιμετώπιση του προβλήματος υπάρχουν αρκετές στη φαρέτρα των επιστημόνων. Οι γεωπόνοι συνήθως αλλάζουν το ζιζανιοκτόνο που διαθέτει έναν διαφορετικό μηχανισμό δράσης για να καταπολεμήσουν το ανθεκτικό ζιζάνιο, αλλά ο κατάλογος των σκευασμάτων που κυκλοφορούν δεν είναι ανεξάντλητος και η παρασκευή νέων γίνεται με βραδείς ρυθμούς. Το 1991 υπήρχαν στην ευρωπαϊκή αγορά 1.101 σκευάσματα για την καταπολέμηση εντόμων, ζιζανίων και ασθενειών στα φυτά. Μετά την αξιολόγηση των ευρωπαϊκών υπηρεσιών ο αριθμός τους μειώθηκε στα 327 (90 εξ αυτών τα ζιζανιοκτόνα) και τα υπόλοιπα αποσύρθηκαν. Προς αξιολόγηση είναι σήμερα 64 νέα εντομοκτόνα-ζιζανιοκτόνα-μυκητοκτόνα.
Eναλλαγή καλλιεργειών
Η καλύτερη αντιμετώπιση της ανθεκτικότητας των ζιζανίων παραμένει η αμειψισπορά. Η εναλλαγή δηλαδή των καλλιεργειών στο χωράφι που οδηγεί στην εξάλειψη ορισμένων ζιζανίων, αλλά δίνει και την ευκαιρία να πολλαπλασιαστούν τα ευαίσθητα που μπορούν να καταπολεμηθούν.
Bάση δεδομένων από 4 πανεπιστήμια
Βάση δεδομένων για τα προβλήματα της ανθεκτικότητας που εμφανίζουν ζιζάνια, επιβλαβή έντομα και ασθένειες των φυτών θα δημιουργήσουν ερευνητικές ομάδες από μεγάλα πανεπιστήμια της χώρας. Το σχέδιο εγκρίθηκε στο πρόγραμμα «Θαλής». Πρόκειται να συνεργαστούν το Πανεπιστήμιο Κρήτης, το Γεωπονικό Αθηνών, το ΑΠΘ και το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας. Με τη χρήση του συστήματος γεωγραφικών πληροφοριών (GIS) θα εντοπιστούν όλες οι περιοχές που εμφανίζουν προβλήματα ανθεκτικότητας στα φυτοφάρμακα, προκειμένου να δοθούν κατευθυντήριες γραμμές για μελλοντικές καλλιέργειες. Ενα από τα συμπεράσματα των τελευταίων ερευνών του Εργαστηρίου Γεωργικών Φαρμάκων είναι ότι δεν εντοπίζονται στα ελληνικά γεωργικά προϊόντα υπολείμματα ζιζανιοκτόνων. Μάλιστα η Ελλάδα στον κατάλογο της Ε.Ε. βρίσκεται πλέον χαμηλότερα από τη Γερμανία και την Ολλανδία, που εμφανίζουν υπολείμματα στα αγροτικά τους προϊόντα συχνά άνω των επιτρεπτών ορίων.
Bιοκλίνες για τα φυτοφάρμακα
Σε συσκευαστήριο φρούτων στην Αγιά Λάρισας και πιθανόν στην περιοχή του Τυρνάβου θα στηθούν οι δύο πρώτες βιοκλίνες εξουδετέρωσης υπολειμμάτων φυτοφαρμάκων στην Ελλάδα.
Ερευνητική ομάδα υπό τον επίκουρο καθηγητή του τμήματος Βιοχημείας και Βιοτεχνολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας κ. Δημ. Καρπούζα, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι βιοκλίνες μεγάλων διαστάσεων αποτελούμενες από μείγμα εδάφους, άχυρου και κομπόστ με αγροτικά κατάλοιπα, όπως τα ελαιόφυλλα και το (εξαντλημένο) υπόστρωμα καλλιέργειας των μανιταριών «πλευρώτους», συγκρατούν και εξουδετερώνουν ολοκληρωτικά τις επικίνδυνες ενώσεις των φυτοφαρμάκων. «Τα ελαιόφυλλα που αναμείχθηκαν με άχυρο και χώμα επιτάχυναν σε πολύ μεγάλο βαθμό τη βιοδιάσπαση των γεωργικών φαρμάκων και κάτι ανάλογο παρατηρήθηκε με το υπόστρωμα από μονάδες καλλιέργειας μανιταριών όπου τα ένζυμα από τους ίδιους μύκητες που παράγουν το μανιτάρι γίνονται το καλύτερο μέσο βιοαποδόμησης των φυτοφαρμάκων» λέει ο κ. Καρπούζας. Το κάθε υλικό έχει τον ρόλο του στις βιοκλίνες αγρού. Το έδαφος προσφέρει τους μικροοργανισμούς, το άχυρο είναι πηγή άνθρακα γι' αυτούς και το κομποστοποιημένο υλικό μικροοργανισμούς και οργανική ουσία. Τέτοια συστήματα απορρύπανσης γεωργικών φαρμάκων (μεγέθους δεξαμενών άρδευσης) υπάρχουν σε βόρειες ευρωπαϊκές χώρες. Η Σουηδία έχει την πρωτοπορία, αφού έχει δημιουργήσει 1.500 και πλέον βιοκλίνες σε αγροτικές περιοχές. Ακολουθούν Γαλλία και Μεγάλη Βρετανία, ενώ μια βιοκλίνη κατασκευάστηκε πέρυσι πιλοτικά στην Κύπρο, έχοντας δεχθεί ήδη 10.000 λίτρα υπολειμμάτων φυτοφαρμάκων.
Η ανάγκη δημιουργίας τέτοιων βιοκλινών εξαρτάται από τη συχνότητα ψεκασμών σε μια περιοχή. Εκεί όπου ο αγροτικός κλήρος είναι μικρός, μία ή δύο βιοκλίνες είναι αρκετές και μπορούν να ελέγχονται από τον δήμο. Τα συσκευαστήρια φρούτων χρησιμοποιούν υδατικά διαλύματα μυκητοκτόνων για τη συντήρηση - αποθήκευση των φρούτων και λόγω των προδιαγραφών λειτουργίας τους η κατασκευή βιοκλινών στα όρια της εγκατάστασή τους εμφανίζεται σήμερα ως η ιδανικότερη λύση για την τελική εξουδετέρωση των αποβλήτων τους.
Οι βιοκλίνες είναι απλές στην κατασκευή και μπορούν να λειτουργήσουν μέσα σε καλλιεργούμενες εκτάσεις για να υποδέχονται το περιεχόμενο ή το υπόλοιπο των ψεκαστικών και τα κατάλοιπα της πλύσης τους. Το κόστος τους κυμαίνεται από 5.000 - 8.000 ευρώ, αλλά το κέρδος για το περιβάλλον είναι ανυπολόγιστο. Κοντά τους μπορούν να δημιουργηθούν και χώροι περισυλλογής άδειων συσκευασιών φυτοφαρμάκων που σήμερα καταλήγουν ανεξέλεγκτα στην ύπαιθρο. Η Περιφέρεια Θεσσαλίας αντιμετώπισε αρχικά θετικά τη δημιουργία βιοκλινών, αλλά το ενδιαφέρον της στη συνέχεια ατόνησε. Την ώθηση για τη δημιουργία τους αναμένεται να δώσουν ερευνητικά προγράμματα.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...