Σάββατο, 12 Μαΐου 2012

Το οικολογικό τοπικό προϊόν είναι και φθηνό .Η κατανάλωση ελληνικών βιολογικών αποτελεί την πιο υπεύθυνη επιλογή




Είναι κάθε πράσινο προϊόν και οικολογικό; Αναπτύσσεται η πράσινη αγορά με πραγματικά περιβαλλοντικά κριτήρια; Τι σχέση έχει το οικολογικό με το τοπικό; Τα τελευταία χρόνια, η περιβαλλοντική ευαισθησία και η ανησυχία για τις επιπτώσεις στην υγεία των προϊόντων της παραδοσιακής βιομηχανίας έφερε μια μεγάλη ανάπτυξη, και στην Ελλάδα, της «πράσινης αγοράς» ειδικά στα τρόφιμα, αλλά όχι μόνο. Παρ' όλα αυτά η πραγματικά περιβαλλοντική επιλογή θέλει προσοχή και κριτήρια. Για παράδειγμα, πόσο φιλικό προς το περιβάλλον είναι ένα βιολογικό διατροφικό προϊόν, το οποίο έχει ταξιδέψει από την άλλη άκρη της Γης, την Αργεντινή ή την Αυστραλία, τυλιγμένο σε πλαστική συσκευασία, για να έρθει μέχρι το ράφι του καταστήματος στην Ελλάδα;
Ποιες είναι οι επιπτώσεις στο περιβάλλον από την παραγωγή των καυσίμων που απαιτούνται για την αεροπορική μεταφορά του, από τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου και καυσαερίων, από τις συσκευασίες που απαιτούνται και από τον μηχανισμό - δίκτυο της διακίνησής του; Ή πόσο πραγματικά «πράσινο» είναι ένα βιολογικό μεν προϊόν, που παράγεται και καταναλώνεται εκτός εποχής του, με αποτέλεσμα να απαιτεί πολύ περισσότερη ενέργεια για την ανάπτυξη και την προστασία του; Οπως για παράδειγμα, οι ντομάτες τον χειμώνα;

Κι όμως, ακόμα και στο μικρό σχετικά κλάδο της βιολογικής διατροφικής κατανάλωσης της Ελλάδας παρουσιάζονται τα ίδια αρνητικά χαρακτηριστικά που επικρατούν και συνολικά στην αγροτική παραγωγή. Παρότι η Ελλάδα μπορεί να γίνει ένας παράδεισος της βιολογικής και φιλικής προς το περιβάλλον γεωργίας, το 60% και πλέον της ζήτησης βιολογικών προϊόντων καλύπτεται από εισαγόμενα τρόφιμα. Εάν κάνουμε μια βόλτα στα ράφια των μεγάλων σούπερ μάρκετ, που μέσα από τις «βιολογικές γωνιές» καλύπτουν έως και το 50% της κατανάλωσης, θα δούμε πως τα περισσότερα είδη που πωλούνται, ακόμα και σε ποσοστά 70%, προέρχονται από το εξωτερικό. Σύμφωνα με έρευνα που είχε πραγματοποιήσει το περιοδικό ΟΙΚΟ, τα ελληνικά είδη που απουσιάζουν από τα ράφια είναι τα όσπρια, οι πατάτες, τα καρότα, τα μήλα, τα αχλάδια, τα κρεμμύδια, τα σκόρδα, το ρύζι, τα λεμόνια, τα πορτοκάλια, τα κολοκύθια και πολλά άλλα κηπευτικά. Δεν πρόκειται δηλαδή και για τόσο… εξωτικά προϊόντα. Τεράστιες είναι οι ελλείψεις επίσης στα γαλακτοκομικά, αφού το 80-90% του γάλακτος έρχεται απ' έξω, ενώ περίπου το ίδιο είναι και το ποσοστό των εισαγόμενων γιαουρτιών. Το 80% των χυμών στα ελληνικά ράφια είναι ξένοι, παρότι στο παρελθόν υπήρχε εγχώρια παραγωγή που σταμάτησε. Το 80% των ντοματοπολτών είναι επίσης εισαγόμενο. Λείπουν επίσης ελληνικά μέλια, γλυκά, μπισκότα και αρτοσκευάσματα.


Πολιτική παρέμβαση
Βεβαίως, οι ελλείψεις σε πολλά απ' αυτά τα προϊόντα είναι αποτέλεσμα πολλών παραγόντων, απαιτείται μια συνολική κρατική πολιτική παρέμβαση για να ξεπεραστούν, αλλά δεν είναι χωρίς σημασία και η στάση που θα κρατήσει ο κάθε καταναλωτής, οι επιλογές που θα κάνει. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, και παίρνοντας βεβαίως υπόψη τις δυνατότητες και τις ανάγκες κάθε οικογένειας, είναι καλύτερο για περιβαλλοντικούς και οικονομικούς λόγους, να αγοράζουμε βιολογικά προϊόντα, αλλά με κριτήρια τοπικής εγγύτητας και εντός εποχής.
Δεν πρόκειται για κάποιου είδους «διατροφικό εθνικισμό», αν και η εξασφάλιση της διατροφικής ανεξαρτησίας για μία χώρα και ένα λαό κάθε άλλο παρά αρνητικός στόχος είναι. Ο συνδυασμός οικολογικής και τοπικής επιλογής έχει πολλαπλά θετικά οφέλη για το περιβάλλον και την κοινωνία.
Καταρχήν, συμβάλλει σε καλλιέργεια, μεταφορά, κατανάλωση, χωρίς μεγάλη σπατάλη καυσίμων, ενέργειας και άλλων πόρων. Μειώνει τον όγκο της συσκευασίας, συνήθως πλαστικής που δύσκολα ανακυκλώνεται. Η αγορά μάλιστα χύμα του προϊόντος, κυρίως από τις βιολογικές λαϊκές αγορές, από καταστήματα βιολογικών προϊόντων ή απευθείας από τον παραγωγό, απαλλάσσει πλήρως από τη συσκευασία. Ενώ αναπτύσσεται μια σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ αγοραστή και πωλητή, όταν αυτός είναι γεωργός (που είτε μένει στην περιοχή, είτε έρχεται στη βιολογική λαϊκή αγορά).

Η οικο-τοπική κατανάλωση συμβάλλει επίσης στην ανάπτυξη μιας ποιοτικής αγροτικής παραγωγής στον τόπο μας, τόσο αναγκαία ειδικά στη σημερινή εποχή της κρίσης. Αποτελεί θαυμάσια στήριξη των αγροτικών περιοχών, αλλά και ενθάρρυνση των νέων ή μεγαλύτερων παραγωγών που πασχίζουν για το καλύτερο. Ακόμα, στον βαθμό που κάποιοι από τους βιο-καλλιεργητές παλεύουν για τη διατήρηση των πολύτιμων ντόπιων ποικιλιών σε μια σειρά αγροτικά προϊόντα, αντιστεκόμενοι στην ισοπεδωτική πρακτική των μονοπωλίων σπόρων και ειδών, η αγορά τοπικών βιολογικών ή πιστοποιημένων προϊόντων θα αποτελέσει σημαντική βοήθεια. Για όλους αυτούς τους λόγους, η αγορά βιολογικών προϊόντων από τον τόπο μας, αποτελεί την πιο υπεύθυνη επιλογή για το περιβάλλον.

Νέας μορφής συνεταιρισμοί
Η αγορά περιβαλλοντικά ποιοτικών προϊόντων με τοπικά κριτήρια μπορεί να αποδειχθεί και οικονομικά επωφελής για τους καταναλωτές. Κατ' αρχήν, τα τοπικά προϊόντα μπορούν να είναι φθηνότερα σε δύο βασικούς συντελεστές κόστους, το κόστος μεταφοράς και συσκευασίας. Εάν μάλιστα οι παραγωγοί αναπτύξουν και μια καλή σχέση επικοινωνίας με τις τοπικές κοινωνίες, τότε δεν έχουν ιδιαίτερη ανάγκη και από διαφήμιση.
Μία επίσκεψη στις βιολογικές λαϊκές αγορές αρκεί για να καταλάβει κανείς ότι τα βιολογικά προϊόντα μπορούν να διατίθενται σε σχετικά προσιτές τιμές (δυστυχώς όχι για όλους, στις συνθήκες σκληρών περικοπών που βιώνουμε) και σίγουρα φθηνότερα από τα συσκευασμένα που πωλούνται σε σούπερ μάρκετ και εξειδικευμένα καταστήματα, είτε είναι εγχώρια είτε εισαγωγής. Αρα, η βιολογική λαϊκή αγορά αποτελεί τον χώρο που συνδυάζει κανείς και τοπικότητα και οικονομία.

Ακόμα πιο προχωρημένο βήμα είναι η δημιουργία τοπικών ή περιφερειακών δικτύων απευθείας ανταλλαγών μεταξύ τοπικών παραγωγών και τοπικών καταναλωτών. Δηλαδή σε ένα νομό, για παράδειγμα, οι παραγωγοί βιολογικών ή άλλων πιστοποιημένων καλλιεργειών δικτυώνονται άμεσα με τους καταναλωτές και οι ανταλλαγές γίνονται χωρίς μεσάζοντες. Με αυτό τον τρόπο θα μπορούσαν οι αγρότες να προγραμματίσουν την παραγωγή τους, υπολογίζοντας και την τοπική ζήτηση. Τα τοπικά δίκτυα παραγωγών - καταναλωτών είναι πολύ διαδεδομένα σε αρκετές ανεπτυγμένες χώρες και δεν αποτελούν «παλιομοδίτικη» επιλογή στην εποχή του σούπερ μάρκετ. Ειδικά σήμερα μπορούν να υποστηρίζονται και από το Διαδίκτυο.
Τα δίκτυα αυτά μπορούν να πάρουν και τον χαρακτήρα Συνεταιρισμού, που θα περιλαμβάνει και παραγωγούς και καταναλωτές, όπως π.χ. ο επιτυχημένος Συνεταιρισμός Γαία για την προώθηση των βιολογικών και οικολογικών προϊόντων στα Χανιά.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...